Αφιέρωμα στον Αντώνη Ελευθεράκη
Του Δημήτρη Νικητόπουλου
Επιμέλεια: Ξενοφών Φύτρος
Δημιουργώντας ο Θεός το φως για να δώσει ζωή στον κόσμο, είναι πιθανό να σκέφτηκε πως θα χρειάζονταν και κάποιοι υπηρέτες για να το αναδείξουν. Αν συνέβη αυτό, τότε ο Αντώνης Ελευθεράκης ήταν σίγουρα ένας από αυτούς.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα, ο Αντώνης ήρθε από μικρός σε επαφή με τη φωτογραφία όταν εργάστηκε δίπλα σε έναν φωτογράφο, αρχικά ως πωλητής. Πολύ γρήγορα απέκτησε την πρώτη του φωτογραφική μηχανή. Η πρώτη του καλλιτεχνική φωτογραφία απεικόνιζε μια παλιά αρβύλα παρατημένη σε μια γωνιά· μια εικόνα που του έκανε το χαρακτηριστικό «κλικ». Από τότε ξεκίνησε ένα συναρπαστικό ταξίδι, μια σπουδαία διαδρομή με σημαντικές συνεργασίες.
Για χρόνια εργάστηκε στο προσωπικό του στούντιο στην Κηφισιά. Ωστόσο, προκειμένου να εξελιχθεί στον τομέα της αρχιτεκτονικής φωτογραφίας —που πάντα τον γοήτευε— αποφάσισε να μετακομίσει στη Σαντορίνη. Το νησί έγινε για εκείνον κάτι παραπάνω από τόπος κατοικίας· το αγάπησε και τον αγάπησε.
Η σύνδεσή του με τη Σαντορίνη ήταν ουσιαστική και βαθιά. Προσέφερε αφιλοκερδώς στον τόπο και τον πολιτισμό του: ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του αρχαιολόγου Χρίστου Ντούμα για τη φωτογράφιση στα άδυτα του αρχαιολογικού οικισμού του Ακρωτηρίου· φωτογράφισε τα ηφαιστειακά πετρώματα του νησιού· διοργάνωσε έκθεση φωτογραφίας για την προστασία των αδέσποτων ζώων και πολλά ακόμη. Αυτή η αμφίδρομη σχέση έμελλε να τον οδηγήσει στην καταξίωση. Οι φωτογραφίες του συνεχίζουν να μαρτυρούν την παρουσία του, ακόμη και τώρα που δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας.

Αναζητώντας το σωστό «κλικ»
«Ήταν οι φωτογραφίες και ήταν και οι φωτογραφίες του Αντώνη». Έτσι λένε σήμερα πολλοί που γνώρισαν το έργο του αλλά και προσωπικοί του φίλοι. Δεν ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τις φωτογραφίες του ανάμεσα σε πολλές άλλες, ακόμα κι αν δεν γνώριζε τον δημιουργό.
Παρότι η δουλειά του ξεχώριζε για την τεχνική της αρτιότητα, το στοιχείο που την έκανε μοναδική ήταν η αίσθηση που δημιουργούσε ο συνδυασμός της ξεχωριστής ματιάς του και της ιδιαίτερης σχέσης του με το φως. Το φως — κύριο συστατικό της τέχνης του και ετυμολογικά — ήταν για τον Αντώνη το βασικό του εργαλείο. Παρατηρούσε τα παιχνίδια και τους σχηματισμούς του φωτός και τα αποτύπωνε.
«Είχε την ικανότητα, μέσα από τον φακό του, να τονίζει τα ουσιώδη στοιχεία χωρίς υπερβολές· αυτό ήταν το μυστικό της επιτυχίας του», λέει ο στενός του φίλος Θοδωρής.
«Αν δεν πάρω το κλικ για εμένα, δεν σταματάω», συνήθιζε να λέει ο ίδιος. Ο επαγγελματισμός του βασιζόταν στην τελειομανία του χαρακτήρα του. Αυτή η εμμονή ήταν που μετέτρεπε μια απλή εικόνα ή μια καθημερινή στιγμή σε καλλιτεχνικό δημιούργημα.
Η δεύτερη αγάπη
Πέρα από τη φωτογραφία, ο Αντώνης είχε ακόμη μια μεγάλη αγάπη: τη μουσική. Από μικρός ασχολήθηκε με τα τύμπανα και, ως ανήσυχο πνεύμα που διαρκώς αναζητούσε τη γνώση και την εξέλιξη, δεν δίστασε να ξαναγίνει μαθητής. Στο Ωδείο της Σαντορίνης άρχισε να μαθαίνει κιθάρα.
Η μουσική του αγάπη ενέπνευσε και τα τρία του εγγόνια με το πάθος και την ήρεμη ενέργειά του. Παράλληλα, συμμετείχε ως ντράμερ σε τρία μουσικά συγκροτήματα της Σαντορίνης.
«Είχα δύο χόμπι και τα έκανα και τα δύο επάγγελμα», έλεγε συχνά.
Ήταν άνθρωπος ευγενής και ταπεινός, ήρεμος αλλά με έντονη παρουσία. Μια καλλιτεχνική φύση που βρήκε διέξοδο έκφρασης μέσα από τη φωτογραφία και τη μουσική. Η Σαντορίνη θα συνεχίσει να προβάλλεται μέσα από το έργο που άφησε πίσω του. Όπως κι εκείνος θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα από αυτήν.

Ευχαριστούμε θερμά τη σύζυγό του Ρένα Γαντζάκη και την κόρη του Αλεξάνδρα Ελευθεράκη για τις πολύτιμες πληροφορίες από τη ζωή του και το υλικό από το προσωπικό του αρχείο, καθώς και τους καλούς του φίλους Θοδωρή Χρυσομαλλίδη και Θέμη Καπετσώνη για όσα μοιράστηκαν μαζί μας.


